
Δεν υπήρξε τυχαία η χρονική σύμπτωση της αναλαμπής του Παντουρκισμού/Τουρανισμού με την σύναψη του Συμφώνου Φιλίας της Άγκυρας με την ναζιστική Γερμανία, το 1941.
Δεν είχαν παύσει, βεβαίως, έως τα τέλη της δεκαετίας του ’30, οι σποραδικές εξεγέρσεις με τουρανιστική χροιά στις μουσουλμανικές χώρες της τότε ΕΣΣΔ. Παρά ταύτα, ο Παντουρκισμός, ως πολιτικό πρόγραμμα τουλάχιστον, εθεωρείτο παρελθόν.

Συσχετισμός δυνάμεων και στρατηγικοί στόχοι ομοίαζαν εκπληκτικώς προς εκείνους του 1914.
Το Τρίτο Γερμανικό Ράϊχ, το οποίον είχε εν τω μεταξύ διαδεχθεί το Ράϊχ των Γουλιέλμων και την βραχύβια Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ενδιεφέρετο να αξιοποιήσει το „τουρανικό χαρτί“, προκειμένου να διαλύσει την (Σοβιετική, αυτήν την φορά) Ρωσσία.

Ο αξιωματούχος του Υπουργείου (και μέλος της νεοσυσταθείσης Επιτροπής) von Hentig ήταν ο σύνδεσμος μεταξύ των διαφόρων Τουρανιστών της σοβιετικής επικρατείας και του Νουρή Πασά, αδελφού του θανόντος Εμβέρ, ιστορικού ηγέτη των «Νεοτούρκων».
Ειρήσθω εν παρόδω ότι από τον von Hentig προέρχεται μία άκρως ενδιαφέρουσα παρατήρηση:
Διεπίστωσε ότι δεν επικρατούσαν τουρανιστικά αισθήματα μεταξύ της πλειοψηφίας των τουρκογενών λαών της ΕΣΣΔ.
Επομένως, έπρεπε να καλλιεργηθούν!

Ο χάρτης συνοδεύεται από το σύνθημα „Η Τουρκική Φυλή υπεράνω όλων των φυλών“.

Υπήρχαν, εν τούτοις, δύο αξιοσημείωτες διαφορές, εν συγκρίσει προς την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Η πρώτη εξ αυτών ήταν η τουρκική ουδετερότητα.
Μη λησμονήσασα τα μαθήματα και παθήματα του προηγουμένου πολέμου, η Τουρκία δεν απετόλμησε την κήρυξη πολέμου κατά της Ρωσσίας (ΕΣΣΔ), όπως στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το γεγονός αυτό οδήγησε στο εξής παράδοξον:
Αφ’ ενός, Τούρκοι πολιτικοί, πανεπιστημιακοί και επιχειρηματίες προπαγάνδιζαν ανενδοιάστως, με την υποστήριξη τουρκικών παρακρατικών οργανώσεων και με την ανοχή της Κυβερνήσεως και των Αρχών Ασφαλείας, την προσάρτηση του Αζερμπαϊτζάν ή των κοιτασμάτων πετρελαίου του Μπακού.

Αφ’ ετέρου όμως, η Τουρκία παρέμενε επισήμως ουδέτερη και εφαίνετο να συνεχίζει την πολιτική δυναμικής ουδετερότητος του Ατατούρκ.
Έτσι, ενώ „ψυχή“ της συνωμοτικώς δρώσης Επιτροπής, η οποία είχε επωμισθεί την εκπλήρωση των παντουρκικών σχεδίων ήταν ο ίδιος ο Υπουργός Εξωτερικών Σαράτσογλου – εγνωσμένων φασιστικών και τουρανιστικών φρονημάτων –, συγχρόνως η Κυβέρνηση φρόντιζε, στις επίσημες δηλώσεις της, να αποστασιοποιείται από τους Παντουρκιστές!
Η στάση της αυτή ήταν απόρροια καθαρού ρεαλισμού.

Παρά την αρνητική για τους Γερμανούς έκβαση της Μάχης της Μόσχας (Δεκέμβριος 1941), οι Τούρκοι δεν έπαυσαν να τρέφουν ελπίδες και κατά το δεύτερο έτος της ρωσσικής εκστρατείας.
Τον Αύγουστο του 1942, εν όψει της προελάσεως της Βέρμαχτ προς τον Καύκασο, ο (Πρωθυπουργός, εν τω μεταξύ) Σαράτσογλου και ο Υπουργός Εξωτερικών Μενεμεντσίογλου εξέθεταν στον Επιτετραμμένο του Ράϊχ στην Άγκυρα von Papen τις αξιώσεις της Τουρκίας ως προς τις «τουρκόφωνες» χώρες της ΕΣΣΔ.
Μετά την ανακατάληψη του Ροστώφ όμως, και, βεβαίως, μετά την γερμανική πανωλεθρία του Στάλιγκραντ, η πλάστιγγα έγειρε οριστικώς.
Η ήττα της Γερμανίας ήταν, πλέον, ζήτημα χρόνου.
Και η επίσημη Τουρκία υιοθετούσε στάση άκρας επιφυλακτικότητος.

Στόχος των Παντουρκιστών δεν ήταν, την φορά αυτή, η άμεση προσάρτηση των περιοχών των τουρκογενών λαών από την Τουρκία – κάτι το οποίον, άλλωστε, δεν επιθυμούσε ούτε η γερμανική πλευρά – αλλά η πρόσδεση των χωρών αυτών σε ένα περιφερειακό σύστημα ελεγχόμενο από την Άγκυρα.
Τα όρια αυτού του μελλοντικού χώρου επιρροής της Τουρκίας προσδιόρισε ο Νουρή, κατά τις επαφές του στο Βερολίνο: „Αζερμπαϊτζάν, Νταγκεστάν, Κριμαία, η περιοχή περί το Καζάν, μεταξύ Βόλγα και Ουραλίων,το σοβιετικό και το σινικό Τουρκεστάν“.

Και αυτήν την φορά, όμως, όπως και το 1918, τέλος στα παντουρκικά σχέδια έθεσε η στρατιωτική συντριβή της Γερμανίας.
Και αυτήν την φορά, η γερμανική ήττα απειλούσε να επιφέρει, για την Τουρκία, δυσμενέστερες συνέπειες, πέραν της μη ευοδώσεως των παντουρκικών σχεδίων.
Οι νικηφόρες ρωσσικές (σοβιετικές) στρατιές είχαν πλημμυρίσει ολόκληρη την Ανατολική, Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη (πλην Ελλάδος).
Η Άγκυρα ένοιωθε περιδεής την αναπνοή των Ρώσσων στρατιωτών στα σύνορά της.
Τον πανικό της ενέτεινε η επίγνωση του αντιτουρκικού μίσους που έτρεφε (εν αντιθέσει τόσο προς τον προκάτοχο όσο και προς τον διάδοχό του) ο Γεωργιανός Ιωσήφ Βησσαριώνοβιτς Στάλιν.
Εξ ου και η Τουρκία άρχισε να αποφεύγει επιμελώς ο,τιδήποτε θα μπορούσε να παράσχει στον ηγέτη της Σοβιετικής Ενώσεως αφορμή για επέμβαση.
Έτσι, ο μέχρι πρό τινος βασικός προμηθευτής του Γερμανικού Ράϊχ σε χρώμιο και λοιπές πρώτες ύλες διέκοπτε, στις …2/8/1944 (!), τις διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις με το Βερολίνο.
Και την 23η Φεβρουαρίου 1945 (!!!) η Τουρκική Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας.

Η πρόσδεση στις Δυτικές Δυνάμεις, όρος επιβιώσεως για την Άγκυρα την κρίσιμη περίοδο 1944-47, υπαγόρευε, όμως, την αποκήρυξη των φασιστικών και παντουρκικών ιδεών αλλά και, γενικώτερα, την εισαγωγή – τύποις έστω – του δημοκρατικού συστήματος διακυβερνήσεως στην χώρα.
Οπότε ξαναπαίχθηκε, και τότε, το γνωστό „έργο“ του „εξευρωπαϊσμού / εκδημοκρατισμού“ της Τουρκίας, το οποίο προεβλήθη για πρώτη φορά την εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου, στα μέσα του 19ου αιώνος, και επαναλαμβάνεται, κατά τακτά διαστήματα, μέχρι των ημερών μας:
Συγχρόνως, το 1944, για πρώτη – και μόνη, μέχρι σήμερα – φορά οδηγήθηκαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου εξέχοντες Παντουρκιστές:

ο Λοχαγός Πεζικού Alp-Arslan Turkes, μετέπειτα „ιστορικός“ ηγέτης του τουρκικού φασιστικού Κόμματος Εθνικής Σωτηρίας και της ρατσιστικής παρακρατικής παραστρατιωτικής οργανώσεως „Γκρίζοι Λύκοι“, ο Καθηγητής Togan, ψυχή της επιθεωρήσεως „Bözkurt“ („Γκρίζος Λύκος“), ο „μαθητής“ του τελευταίου, ιατρός Reha Oguz Turkkan, ο εκπαιδευτικός Nihal Atsiz, εκδότης της παντουρκικής-ρατσιστικής επιθεωρήσεως „Orhun“ και μία πλειάδα ακόμη ακαδημαϊκών και αξιωματικών.
Τον Μάϊο του 1945, η Κυβέρνηση της Αγκύρας «ανεκάλυψε» ότι οι σκοποί των ρατσιστών/τουρανιστών παρεβίαζαν τις διακηρυχθείσες αρχές του Συντάγματος, ενώ ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Ινονού διεκήρυξε ότι οι τουρανιστικές αντιλήψεις „είναι ένα παθολογικό και βλαβερό σύμπτωμα της τελευταίας περιόδου“!
Εξήγησε δε ότι η τουρκική εθνική πολιτική έχει απαλλαγεί τελείως από ιδέες για περιπέτειες εκτός των συνόρων.
Εξυπακούεται ότι, την ίδια περίοδο, „έδιναν και έπαιρναν“ οι φιλοφρονήσεις των Τούρκων πολιτικών και δημοσιογράφων προς την Σοβιετική Ένωση και η υπόμνηση των, προ 20ετίας αρίστων, τουρκο-σοβιετικών σχέσεων.
Η δημοσία αποκήρυξη του Παντουρκισμού και η επιδεικτική σύλληψη και καταδίκη των προαναφερθέντων (όχι ανωτάτων, πάντως) πολιτικών ανδρών αφ’ ενός μεν χρησίμευε στην Άγκυρα ως άλλοθι για τις αντισοβιετικές και φιλογερμανικές δραστηριότητές της κατά τον πόλεμο, αφ’ ετέρου δε υπηρετούσε τον στόχο της προσεγγίσεως με την Δύση.
Το πολιτικό παίγνιο αποκαλύπτεται υπό το φως της μετέπειτα εξελίξεως:
Το 1947, αρχομένου του Ψυχρού Πολέμου, όταν το δεύτερο (η πρόσδεση στην Δύση) είχε καταστεί γεγονός και το πρώτο (αντισοβιετική δράση) ουδόλως ενοχλούσε τους Δυτικούς, όλοι οι έγκλειστοι Παντουρκιστές αφέθησαν ελεύθεροι.
Και ορισμένοι, όπως ο – εν τω μεταξύ Αντισυν/χης Αλπ-Αρσλάν Τουρκές – έπιασαν και πάλι δουλειά κατά της Ρωσσίας, αυτήν την φορά για λογαριασμό των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και του «Ελευθέρου Κόσμου»…
πηγη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου